Πάντα αναρωτιόμουν πώς αλλάζει η πορεία της σκέψης.
Ετοιμάζεις τον καφέ, διαλέγεις φως να χτυπάει ανάλογα της ηλικίας την πλάτη ή το φύλλο της εφημερίδας, αφήνεις και κάτι από τα απομεινάρια του πρωινού να σου κάνουν παρέα και αφήνεσαι στην ανάγνωση του Κυριακάτικου φύλλου. Νομίζεις ότι ελέγχεις την κατάσταση, όμως, όπως σε τόσες άλλες βεβαιότητες, υπάρχει η ανατροπή.
Κι ανατρέπονται οι σκέψεις, οι πεποιθήσεις, κυρίως οι βεβαιότητες.
Δε θα γινόταν κι αλλιώς αφού αφήνεις τόσους ανθρώπους με ένα ξεφύλλισμα ανάμεσα σε αντίχειρα και δείκτη να παρεισφρήσουν πρώτα στην κάμαρα και ύστερα στις βάσεις δεδομένων του εγκεφάλου σου.
Μια-μία οι σελίδες και οι στήλες σε πάνε αλλού, στη Λιβύη, στον Καντάφι, στον καρκίνο του Ούγκο Τσάβες, στην επιχείρηση διάσωσης νεαρού αυτόχειρα. Γρήγορα περνάς τις ειδήσεις για να φτάσεις τελικά σ’ αυτό που για τον καθένα αποτελεί η κάλυψη του ελεύθερου χρόνου.
Θεατρικά.
Αρχή ούσας περιόδου και το πρωτοσέλιδο στο ΤΕΧΝΕΣ κ ΓΡΑΜΜΑΤΑ μονοπωλούν οι απολογισμοί «κατά γενική ομολογία η περυσινή θεατρική σεζόν δεν πήγε άσχημα – οι θερινές περιοδείες ″δεν πήγαν″ όπως αναμενόταν, ειδικά…» και νέες αναμονές «σύμφωνα με εκτιμήσεις τα θεάματα φέτος θα επηρεαστούν πολύ από τον παράγοντα μετακίνηση», συμπαραγωγές… εκτιμήσεις έχουν προγραμματιστεί για φέτος παραγωγές με ″μινιμαλιστική″ διανομή, κάποιες νέες, κάποιες σε επανάληψη.
Και να, φτάνεις στα εικαστικά.
Επετειακή έκθεση του Wallraf-Richartz της Κολωνίας, το οποίο συμπληρώνει φέτος τα 150 χρόνια ζωής. Στο άρθρο δεσπόζει ένας μέγας πίνακας του Gustave Courbet, μια κυρία φαίνεται να απολαμβάνει σ’ ένα μπαλκόνι τον καφέ της, θέα ένα δάσος. Η έρευνα απέδειξε πως ο ζωγράφος αρχικά είχε σχεδιάσει κι έναν κύριο, ο οποίος έπινε μαζί με την κυρία καφέ. Τι μεσολάβησε και ο Courbet εξαφάνισε αργότερα τον κύριο και τον έκανε μέρος του δάσους, δεν έμαθε ποτέ κανείς. Ούτε βέβαια μπορούσε να φανταστεί πως σχεδόν 153 χρόνια αργότερα θα αποκαλυπτόταν… στα περίεργα μάτια μας με τη βοήθεια της τεχνολογίας.
Εκεί ήταν που η εφημερίδα έχασε το ενδιαφέρον και συμβαίνει το «αφήνεις τόσους ανθρώπους με ένα ξεφύλλισμα ανάμεσα σε αντίχειρα και δείκτη να παρεισφρήσουν».
Το δικαίωμα στο μυστικό ήταν ο κώδικάς τους. Από την ημέρα που του το είπα ανακουφίστηκε. Ώρες περνούσε στο κυλικείο της να πίνει τον καφέ και ύστερα το ουζάκι του βλέποντάς την, θαυμάζοντάς την, ελέγχοντας τις κινήσεις της. Ποτέ του δεν της εκμυστηρεύτηκε το πάθος.
Όταν του επισήμανα το πλάνο που είχε τοποθετηθεί εκμυστηρεύτηκε τον έρωτά του. Αυτή την ευχαρίστηση να μοιράζεται τον πρωινό καφέ και το μεσημεριανό ουζάκι μαζί της. Αυτό το λίγο ζητούσε από τη ζωή της. Αυτό το λίγο έκαναν τα μαύρα μάτια του να λάμπουν και να χάνονται πίσω μου, ενώ μου μιλούσε για την κυρία του κυλικείου. Το πρόσωπό του κοκκίνιζε από το πάθος, τη ντροπή και τις ενοχές.
Τότε, όταν είδα το κόκκινο του προσώπου του, μίλησα για το δικαίωμα στο μυστικό. Το μικρό του αθώο μυστικό.
Να υπάρχει σ’ένα πλάνο μυστικό. Το δικαίωμα να χαρίζει ρόλους στον εαυτό του, όταν η ζωή επιβάλλει τους δικούς της δύσκολους ρόλους εκεί που τον καφέ τον πίνεις μόνος σου και τη ζάλη του ούζου τη μοιράζεσαι με άλλους άλλων μυστικών.
Στο μυστικό αφήνεις τις πρέπουσες αποστάσεις, τα βλέμματα διασταυρώνονται πέρα στο δάσος και ο ενδιάμεσος αέρας εισπνέοντάς τον κουβαλάει μόρια του αρώματος άλλου κορμιού.
«Ό,τι θέλει ας καταλάβει.» Στις κουβέντες μας μπαινόβγαινε στη ζωή της, έκανε σενάρια. Πρωταγωνίστρια αυτή, πρωταγωνιστής αυτός. Το σκηνικό χωρίς περιγραφή. Ούτε και το είδος των φαντασιώσεων. Δειλά άφηνε λουλούδια εποχής στον πάγκο, φρόντιζε για την κατανάλωση. Ζούσε για ένα τίναγμα των μαλλιών της, για το άγγιγμα στα ρέστα, για το χαμόγελο που επέστρεφε με τα ρέστα.
Το δικαίωμα στο μυστικό του έδωσε αέρα. Αύξησε το χρόνο μαζί της. Το χρόνο που την έβλεπε, το χρόνο που σιωπηλά έπινε τον καφέ παραδίπλα της. Όταν τον συναντούσα ανταλλάσαμε ματιές που ελάφρυναν τις ενοχές του, προστάτευαν το μυστικό του. Αυτό το μυστικό που ομόρφυνε το χώρο με τις 3-4 καρέκλες κυλικείου, το άχαρο ψυγείο, το ψυγείο με τα αναψυκτικά, το τρανζιστοράκι, το ημερολόγιο και το εικόνισμα της Ελεούσας στον τοίχο.
Δεν ήταν το δάσος του Courbet, αλλά εκεί, ως ο άλλος κύριος, σήκωνε το φλιτζάνι του για το ρόφημα.
Μετά έρχονται άλλοι καιροί, και οι κύριοι σβήνονται είτε από τον καλλιτέχνη με εντολή της κυρίας, ή του κυρίου της κυρίας, ή με εντολή του άλλου, του μαύρου και άχαρου.
Μυστικά και δικαιώματα κάνουν τα πλάνα τους και η ζωή τα δικά της.
Το ποιος είναι στο πλάνο ένα μυστικό το καθορίζει.
Αφαιρεί και προσθέτει, κάνει την είδηση. Μόνο που κάτι είναι αληθινό. Αυτό που υπήρξε στις ματιές των ανθρώπων καθώς σαρώνουν το πρόσωπο του αγαπημένου πριν αργά, συμβιβαστικά κοιτάξουν πέρα στο δάσος, τον ορίζοντα, τον περαστικό, το χρόνο που κλέβει μυστικά και δικαιώματα.
Στην άδεια αίθουσα του μουσείου και του κυλικείου οι θεατές θα κοντοσταθούν μπροστά στους κυρίους που αχνοφαίνονται να πίνουν καφέ με τις κυρίες και θα αναρωτηθούν αν υπήρξαν.
Γρήγορα θα προσπεράσουν εκφράζοντας μια δυο φράσεις απορίας και σχολιασμού, και θα αναζητήσουν το δικό τους δικαίωμα στο μυστικό ως επιβεβαίωση ότι υπήρχαν.
Όμως η έκθεση, συνεχίζει το ένθετο, εξαιτίας του γρίφου είχε μεγάλη επισκεψιμότητα.
Ιδίως τις Κυριακές. Τα ένθετα των κυριακάτικων συμβάλλουν στην επιτυχία διάδοσης του συμβάντος.