Τους συναντούσε κάθε πρωί, στη στροφή του δρόμου, λίγο πριν κατηφορίσουν για τις δουλειές τους. Η συνάντησή τους τυχαία. Σύμπτωση. Αυτοί στα είκοσι τους, αυτή στα πενήντα.
Νέο ζευγάρι, με λαχτάρα και όνειρα να ξεχειλίζουν στο πλησίασμά τους. Απόκλιση λεπτών η συνάντηση των τριών. Άλλοτε περίμενε αυτός, άλλοτε αυτή. Εκείνη σε απόσταση. Όταν αυτός ήταν στην αναμονή, τα χέρια στις τσέπες της μουτζουρωμένης φόρμας του,που ανάλογα με τον καιρό την κάλυπτε ή όχι με μπουφάν, απ’ αυτά που όλοι τους κάνουν να μοιάζουν με αεροπόρους, κοντοκομμένα μαλλιά. Το ένα χέρι το έβγαζε για να πιάσει το δικό της. Αυτή νεαρή, κοκέτα, με χάρη και νάζι, με ξέπλεκα, αλλά όχι ατημέλητα μακριά, μαύρα μαλλιά.
Της άρεζε το πρωινό φιλί τους. Αντάμωναν τα χείλη γρήγορα, αλλά όχι αδιάφορα, ενώ τα χέρια σαν φτερούγες έκλειναν το ένα το άλλο. Τιτιβίζοντας προχωρούσαν μπροστά της.
Δεκάλεπτη η καθημερινή τους συνοδοιπορία. Αυτοί μπροστά κι αυτή από πίσω. Μήνες κύλησαν. Σεπτέμβριο τους συνάντησε και βήμα βήμα για πέντε μήνες μοιράστηκαν όνειρα κι ελπίδες, βροχές και κρύο, λιακάδες κι αέρηδες. Ζούσε μαζί τους τη χαρά και την ελπίδα. Αυτούς τους περίσσευε, η δική της είχε χαθεί.
Της άρεζε να εφευρίσκει τους διαλόγους τους, τα σχέδιά τους, τις υποσχέσεις, να κλέβει από τις διαβεβαιώσεις τους, να φαντασιώνεται τον πόθο των κορμιών τους, να απογοητεύεται με τα καβγαδάκια τους, να δίνει λύσεις στα θέλω τους. Τους ήθελε μαζί, αχώριστους, ευχή και όνειρο να αντικρίσουν την αιωνιότητα. Ήθελε να προλάβει τη φθορά του χρόνου, τη συνήθεια, τον δόλο, την παρεμβατικότητα των άλλων, την σύμβαση, τα άχρωμα βλέμματα, την προσποίηση, την κούραση. Ήθελε να τους πάει έτσι στο μέλλον. Να προλάβει τα ολισθήματα, τις συγκρούσεις, τις εκρήξεις. Μόνο την έκρηξη του πάθους τους να κρατήσει επιδίωκε. Να τους αγγίξει με το μαγικό ραβδί «μένω όπως είμαι».
Άφθαρτο πλάνο ζωής. Ήθελε, αλλά η βεβαιότητα είναι άλλη και μάλιστα ότι είναι αυτή κι εκείνοι οι άλλοι. Μήπως κι αν ήταν οι άλλοι θα είχε και την δυνατότητα. Στο κεντρικό σταυροδρόμι χώριζαν. Ανατολή και Δύση. Το κορίτσι στη Δύση, οι δυο τους προς Ανατολή. Πεταχτό φιλί οριοθετούσε τον καθημερινό αποχωρισμό αφήνοντας μια θλίψη ανεπαίσθητη να αιωρείται, αν και γρήγορα το κάθε μέρα έκανε το χρέος του και την καθάριζε.
Καθάριζε; Καθάριζε. Αυτό αδιάφορα απαντούσε, αλλά επίμονα δούλευε για το αντίθετο, και μονιμότητες δημιουργούσε.. Τάχυνε το βήμα και τον προσπερνούσε. Το ζευγάρι ακυρωνόταν προς το παρόν. Όπως και το ενδιαφέρον της.
Η μέρα κυλούσε. Κάπου κάπου η ομορφιά τους τρύπωνε στο χρονοδιάγραμμα της μέρας της. Τότε χαμογελούσε και οι συνομιλητές της αναρωτιόταν από πού ήρθε το φως.
Τι να εξηγήσεις; Στο θάνατο, την φθορά η ζωή και η φρεσκάδα της δόθηκε κι ας ήταν άλλων.
Κάθε μέρα επικοινωνία σχεδίαζε και διάλογο κατάστρωνε. Επαναλάμβανε το «Καλημέρα» κι ερωτήσεις γι’ αυτούς.
Ίσως αύριο.
Μεθαύριο.
Γνωριστήκατε ; που είπατε;
Στο σχολείο, στη γειτονιά, στο διαδίκτυο, στο μπαρ. Ίσως στην παραλία. Σε εκδρομή. Α όχι, κάτι πιο υποσχόμενο. Να έχει διάρκεια, να έχει βάση. Ποια βάση τον έρωτα κρατάει; Αφελείς προσδιορισμοί, προβλέψεις κι ερωτήσεις. Το παλικαράκι και το κορίτσι την μέρα τους ξεκινούν μαζί, λιακάδα στην ψυχή της και το νου της. Ανέμελα το αύριο αντικρίζουν. Ελπίδα σκορπίζουν για την ζωή, αυτή που τρέχει και πίσω σ’ αφήνει. Το πήρε απόφαση και δώρο θα τους έκανε.
Χρόνια περίμενε αυτόν που σε γεύμα θα την καλούσε με φως κεριών και κρύσταλλα, με κόκκινο υγρό που θα φλόγιζε τα μάτια και τα μάγουλα. Λευκά τραπεζομάντηλα θα απλώνονταν μπροστά τους σαν τα σεντόνια που τα κορμιά τους δέχονται. Μουσικές θα ’παιζαν όπως αυτές του έρωτά τους, μήνυμα στους άλλους, κέλυφος για αυτούς, λουλούδια παντού σαν τα πέταλα που σκορπίζει το σμίξιμό τους, κι όλα αυτά με την γεύση να κατασκευάζει τη χημεία των κορμιών.
Βρήκε το μαγαζί. Πέτρινο. Τα παράθυρά του όπως στα παραμύθια, μικρά τόσο που μετά βίας να διακρίνεις αν το γοβάκι της Σταχτοπούτας τελικά βρήκε το σωστό πόδι. Σερβιτόροι, πελάτες, πιάτα, ποτήρια γρήγορα περνούσαν μπροστά της όταν στους βραδινούς περιπάτους τους κοντοστεκόταν και φευγαλέες εικόνες αποθανάτιζε.
«Ναι, νεαρό ζευγάρι, με το επίθετό μου θα δεχθείτε. Ναι, γωνιακό. Μπροστά στο τζάκι, δίπλα στο παράθυρο. Κόκκινο, ναι, κόκκινο. Όλο το μενού. Πλουσιοπάροχα όλα, όπως ταιριάζει σ’ αυτούς. Δεν θέλω τσιγκουνιές. Θα με βρείτε…»
Την ημέρα την περίμενε. Την όρισε. Πριν από αυτούς πήγε. Στην γωνία στάθηκε. Κάθε λίγο αναζητούσε το φακελάκι στην τσάντα της. Δεξιά, αριστερά ανήσυχα κοιτούσε, ανυπομονούσε για την έκβαση. Ένα σκυλί προσπέρασε αργά. Περιπλανιόταν. Μάρτυρας της συνάντησης. Κι αν αρνιόταν; Αν θυμώνανε; Αν υπερήφανοι την προσφορά πρόσβαλαν; Αν «με τι δικαίωμα παρεμβαίνετε» της έλεγαν; Όχι. Αυτή καλή πρόθεση είχε. Ένα όνειρο να χαρίσει. Πού είναι το κακό; Δεν είναι το κόστος. Αυτό σίγουρα δεν είναι. Η πρόθεση και η απόφαση το δύσκολο.
Πρώτος έφτασε και τον είδε με ανεμώνες στο χέρι. Διστακτικά τις κρατούσες στο πλάι του σαν να ντρεπόταν . Πήγε να την προσπεράσει.
«Μην φεύγετε. Σταθείτε!», τον κάλεσε.
«Η κυρία του πρωινού είμαι».
"Το ξέρω."
« Θα ήθελα...»
"Τι;"
Αιώνας πέρασε να περιγράψει το όνειρο και μόνο οι διάπλατες κόρες των ματιών του της επιβεβαίωναν την πραγματικότητα. Αρνητικός, ενοχλημένος, απορημένος, επιφυλακτικός, αμήχανος, αναποφάσιστος, πάλευε με την προσφορά.
Να πιάσει το όνειρο;
Το αντάλλαγμα;
Φοβόταν.
Μα εκείνο έμοιαζε τόσο δελεαστικό, προκλητικό, υποσχόμενο. Τα συναισθήματά του πήγαν κι ήρθαν. Το ’πιασε, το άφησε. Ο χρόνος έμοιαζε πολύς. Δεν ήταν . Οι αποφάσεις μοιάζουν να διανύουν χιλιόμετρα χρόνου πριν βγουν στο φως. Αλλιώς μετράει τον χρόνο η απόφαση, η λύπη, η χαρά, η ζωή, το χρονόμετρο.
Την είδε στο βάθος του δρόμου να κατηφορίζει και ο αέρας του Φλεβάρη βόλτες να κάνει στα μαλλιά της. Την είδε στα βουρκωμένα μάτια της κυρίας του πρωινού, την είδε και ήταν τόσο κοντά στο όνειρο. Απόσταση αναπνοής.
Αυτός και η καλή του στο όνειρο.
Τους είδε με τα πρόσωπα φλογισμένα, αντικριστά, χαλαρά τα σώματα, πουλιά τα χέρια, κι ο έρωτας να παίζει με τις φλόγες των κεριών.