Είχε σηκωθεί από νωρίς. Με το που άνοιξε τα μάτια έψαξε κάτω από το κρεβάτι για τα καινούργια του παπούτσια, δυο μαύρα στρογγυλομούτσουνα σκαρπίνια με κορδόνια. Τα τελευταία, ήσυχα αναπαυόταν στο μπροστινό μέρος, δείγμα ότι κανείς δεν τ’ άγγιξε. Τα σημάδια που είχε βάλει εξακολουθούσαν να μην καλύπτουν το τρίτο οριζόντιο τμήμα τους.
Άδικος ο φόβος και η αγωνία, γιατί ένα άλλο ζευγάρι ακριβώς το ίδιο, βιζαβί και απεναντίας, υπήρχε ελαφρώς μεγαλύτερο, του αδελφού του, του Πασχάλη.
Δώρο και των δύο της γιαγιάς της Τότας για το Πάσχα. Οι νουνές ακουσίως ή μη απούσες. Σήμερα Μεγάλη Πέμπτη θα κοινωνούσαν, όχι ότι θα σπάζαν τη νηστεία, τουλάχιστον νομίμως.
Τα κόκκινα αυγά πρέπει να ετοιμαζόταν γιατί η μυρωδιά του ξυδιού μαζί με ίχνος αυγουλίλας ήταν διάχυτη. Ο δε θόρυβος των κατσαρολιών το επιβεβαίωνε.
Μετά, το προς νερού του και το νίψιμο των χεριών και προσώπου, μπήκε στην κουζίνα.
Πάνω στο τραπέζι υπήρχαν αραδιασμένα κόκκινα αυγά, γυαλισμένα με λάδι στην πιατέλα, άλλα ακόμη στις κάλτσες, πριν αποκαλυφθεί το λευκό τριφύλλι, το χρυσάνθεμο, το φύλλο τριανταφυλλιάς, κι άλλα παραπονεμένα και σπασμένα στο τσίγκινο πιάτο.
Η γιαγιά έδινε οδηγίες που μάλλον προς γκρίνια έφερναν και στο μάστορα της βαφής, τη σιωπηλή μάνα. Τα παχουλά χεράκια της κόκκινα σαν της κομψούς, όπως και η ποδιά της, αλλά το πρόσωπο, φεγγάρι λαμπερό και χαμογελαστό. Η δημιουργία παραμέριζε τη θλίψη που όριζαν οι μέρες.
Αυτές τις μέρες κι ο ίδιος το ένιωθε. Ενώ βούρκωνε όταν έβλεπε το ακάνθινο στεφάνι στο όμορφο πρόσωπο του Ιησού, κάτι του έδινε μια αφάνταστη χαρά.
Παραμονή του Λαζάρου και χοροπηδούσε σ’ όλο το δρόμο από το σχολείο στο σπίτι.
Χώρια η εικόνα της Παναγιάς.
- Πώς άντεξε τόσο πόνο.
Για τον Χριστό είχε απαντήσει η γιαγιά η Τότα από πολύ νωρίς του το ξεκαθάρισε.
- Μ’ αυτός, πουλί μ’, είν’ Θεός, όλα τ’ αντέχει για μας τους άχρηστους. Γι’ αυτό κοίτα μην τον δυσαρεστήσεις και πικραθεί.
Λόγος ίσον νόμος.
Όλη τη Μεγάλη Εβδομάδα αρνάκι ήταν, πριν και μετά τη μεταλαβιά.
Ούτε το τσουρέκι δοκίμαζε κι ας έσπαζαν οι μύτες όλο το Μεγάλο Σάββατο.
Ο τα πάντα Θωρών ήταν και Παρών και Θωρών, σύμφωνα με την κυρά Τότα για τον Γκίκα, τον Πασχάλη, την αφεντιά της, όλη την Ταύρη και φυσικά την οικουμένη.
- Και τον μπαμπά βλέπει; Στα καράβια;
- Αυτόν όχι μόνο τον θωρεί, αλλά και τον προστατεύει από τους απολίτιστους, τους αβάπτιστους, τα νερά και τις ξέρες, τους εχθρούς εν γένει.
Ούτε νερό μην πιεις, μ’ ακούς; Δεν πιάνει η μεταλαβιά. Αλλιώς πώς θα αντέξεις τα μαρτύρια των «οβριών»;
Στη μασίνα μπουμπούνιζε η φωτιά και τα ρεβίθια ήδη χοροπηδούσαν μέσα στην κατσαρόλα.
Ο Πασχάλης ακόμη στο στρώμα με αποτέλεσμα να μπήξει την τρυφερή φωνούλα της η μάνα, αυτήν που νεκρούς ανασταίνει. Ένα μακρόσυρτο «Πασχάληηηηη», λες και εκεί έβγαζε το άχτι της για την πεθερά που από το πρωί μέχρι το βράδυ νουθετούσε, δεν άρεζε, απέρριπτε, σχολίαζε, κακολογούσε την Παγώνα, την πρώτη νύφη της, τη Δωροθέα, τη δεύτερη, την Τριάδα, την τρίτη και παρούσα, ακολουθούσαν της γειτονιάς, του χωριού, της οικουμένης με εξαίρεση τα έργα τα δικά της, της μανούλας της και κάπου κάπου των αδελφών της.
Οι κόντρες αυτών των γυναικών, μαζί με την απουσία του πατέρα, τον έκαναν σιωπηλό έως αμίλητο, κλεισμένο στον εαυτό του και ονειροπόλο. Έτσι είπε η καινούργια δασκάλα στη μάνα του.
Κι αυτός χάρηκε, όλη μέρα έκλεινε το επίθετο… «ο ονειροπόλος, του ονειροπόλου, τον ονειροπόλο», μη χρειαστεί να το κλίνει, κάνει λάθος και η δασκάλα με το φιστικί φόρεμα δυσαρεστηθεί και φύγει ή αλλάξει το ονειροπόλος προς το «αβανάκης», όπως τον χαρακτήρισε μακρινός συγγενής μιλώντας για την αφεντιά του, όταν θείες παίνευαν τους τρόπους του και την καθαριότητά του.
Δεν έμοιαζε με τ’ άλλα παιδιά.
Γι’ αυτό όλα τα μικρότερα ξαδέρφια ήθελαν τα ρούχα και τα παπούτσια του, όταν μίκραιναν, κι όχι του αδελφού του του Πασχάλη.
- Καλέ, αυτά είναι σαν αφόρετα, σχολίαζαν στη θέα τους.
- Χρυσοχέρα νοικοκυρά η μάνα του.
Ναι, ας μην τα πρόσεχε αυτός και οι χρυσοχέρες θα κάναν θαύματα.
Όμως σήμερα το πρωί φρόντισε την εμφάνισή του ιδιαίτερα. Έβαλε το κοντό παντελόνι, κατασκεύασμα της κυρά Τότας από παλιό του μπαμπά, λευκό πουκάμισο και σοσόνια άσπρα ολοκαίνουργια. Έβρεξε και τα χέρια με κολόνια Μενούνος, δώρο του μπαμπά τα Χριστούγεννα, τα πέρασε πάνω από το χτεσινοξυρισμένο κεφάλι, όπου σκαλώναν πάντα στα πεταχτά του αυτιά. Το τελευταίο τον ενοχλούσε, αλλά δεν είχε σημασία.
- Στο σόι μας οι άνδρες έχουν μεγάλα αυτιά, είπε η κυρά Τότα και το θέμα θεωρήθηκε λήξαν.
Αυτός, ως ήσυχος, ουλές στο κεφάλι δεν είχε. Του Πασχάλη, το αυλάκωναν μικρές, μεγάλες, βαθιές ουλές από πετριές και άλλα αιχμηρά αντικείμενα προς μεγάλη λύπη του βεβαίως, όπως και τα γόνατά του. Παρ’ όλο το τρίψιμο, παρέμεναν μαυριδερά, σε αντίθεση με τα δικά του που ήταν σαν κοριτσιού. Προέκυψε μονομερής αναποτελεσματικότητα και στο χτεσινό λουτρό εν όψει της σημερινής μεταλαβιάς.
Τελευταία έβαλε τα παπούτσια και με πολλή προσοχή επιμελήθηκε το δέσιμο. Τα έστρωσε. Έκανε ένα δυο βήματα επί τόπου μην και χαλαρώσουν.
Η ημέρα απαιτούσε και την καλή της πράξη γι’ αυτό επιμελήθηκε και του Πασχάλη, του οποίου κατά γενικήν ομολογίαν τα χέρια δεν πιάναν τίποτε. Αυτός, σύμφωνα πάντα με τη γιαγιά Τότα, έμοιαζε στο άλλο σόι, τους ανίκανους κι άτεχνους.
Πήγε να διαμαρτυρηθεί, να κατσουφιάσει, αλλά το κατάπιε μήπως και γίνει αντιληπτός από Τον πάντα Θωρών κι αμαρτήσει.
Ο Πασχάλης ως συνήθως είχε βάλει μερικά ρεβίθια κατά το συνήθειο να ψηθούν στην πλάκα της μασίνας μια και αδιαφορούσε για μουντζούρες στα χέρια, μαύρα νύχια και άλλα συναφή.
Φεύγοντας τα βούτηξε στην τσέπη.
Φιλήσαν το χέρι της γιαγιάς, τους αγκάλιασε, η Τριάδα αναστέναξε για τον κύρη της και πατέρα τους, σταυροκοπήθηκε η κυρά Τότα για τον απόντα υιό, ευχήθηκαν για την καλή του ώρα και βγήκαν στον δρόμο.
Ο Πασχάλης ασυναίσθητα ή σκοπίμως, ως γνωστό ζιζάνιο, ίσως, ποτέ δεν ομολόγησε το λόγο, του έδωσε μισό ρεβίθι, αυτό που αυτός δάγκωσε και για τη νοστιμιά του επικαλέσθηκε τη γνώμη και γεύση του Γκίκα. Αυτός ασυναίσθητα το έβαλε στο στόμα ένιωσε τη νοστιμιά της δικής τους πατέντας στραγαλιών και συμφώνησε με τον Πασχάλη.
Ήδη μπαίναν στο προαύλιο της εκκλησιάς, όπου και συνειδητοποιώντας το πραχθέν έγκλημα έβαλε τα κλάματα και κατηγόρησε τον Πασχάλη.
- Εσύ φταις που δεν θα κοινωνήσω.
- Εγώ θα κοινωνήσω. Δεν είναι κακό. Ούτε λάδι δεν έχουν.
- Δεν πρέπει τίποτα να φας. Ούτε νερό λέει η γιαγιά.
- Και πού το ξέρει; Το διάβασε; Ούτε τα γράμματα του μπαμπά δεν διαβάζει.
- Το ξέρει, της το είπε ο παπά-Λάμπρος.
- Ε, τότε πες του σαν καλό παιδάκι που είσαι «Παπά-Λάμπρο, αμάρτησα και δεν θα κοινωνήσω».
Η λειτουργία ήταν ένα μαρτύριο.
Ένα βουβό κλάμα.
Όλοι σκέφθηκαν
- Τι ευαίσθητο παιδί.
- Καλέ αυτό πλάνταξε.
- Δεν είναι και καλό, αγόρι πράμα, να κλαίει. Στις ημέρες μας πρέπει να είσαι σκληρός. Ποιες μέρες, δεν πρέπει να υπάρχει σαφής οριοθέτηση. Όπως στο μικρό εκκλησίασμα δεν υπάρχουν ξένοι. Μια οικογένεια είναι και ήταν.
Γρήγορα ο παπά- Λάμπρος εντόπισε τον Γκίκα, τα δάκρυα και την απροθυμία να πλησιάσει το Άγιο Δισκοπότηρο.
- Γκίκα, τον προστάζει, πλησίασε.
Πλησιάζει ο Γκίκας με χαμηλωμένα μάτια. Άτεκνος ο παπα-Λάμπρος είχε ιδιαίτερη συμπάθεια στα μικρά παιδιά, στα αγόρια, κυρίως στα ήσυχα κι ονειροπόλα, όπως ο Γκίκας.
- Δε θα μεταλάβεις;
- Όχι, τώρα, δεν μπορώ, και έσκυψε κι άλλο το κεφάλι, θα ’ρθω την Ανάσταση.
- Γιατί, του λέει, για να δω, και του σηκώνει το κεφάλι από το πηγούνι.
- Έφαγα μισό ρεβίθι. Δεν το ήθελα. Ο Πασχάλης μου το έδωσε.
- Και κάνεις έτσι για μισό ρεβίθι; Παιδί είσαι, δεν πειράζει. Ο Χριστός όλα τα συγχωρεί και κυρίως αυτούς που γλιστράνε σε ένα ρεβίθι.
Άνοιξε το στόμα του και άφησε μέσα του να κυλήσει η Ευλογία παρασύροντας τα δάκρυα και τις ενοχές του μισού ρεβιθιού.