web statistics

Η Ρούλα, ο Λάκης και η Queen


Πρόσφατα ήρθε στη γειτονιά των συνεργείων η Ρούλα. Η Ρούλα ή Σιδερή σύμφωνα με την ταυτότητά της. Η Ρούλα με το ξανθό μαλλί και τα χυτά πόδια. Η Ρούλα που με το νάζι και τη χάρη της άλλαξε το κλίμα του ισογείου, εκείνο των λαδιών, της μουντζούρας, του μεροκάματου, των άγουρων παιδιών και μακρινών ταξιδιών. Περπατούσε και το κάθε της βήμα τάραζε τα παλληκάρια. Η χάρη της μούδιαζε τα μέλη. Αυτή τη χάρη και ένα ζευγάρι διαμαντένια καλαθάκια στα αυτιά τα κληρονόμησε μαζί με το όνομα απ’ τη Βυσσιώτισσα γιαγιά της. 

Τα τελευταία εκνεύριζαν τον συμπαθέστατο κύριο Σωκράτη τον σύζυγό της. Του θύμιζαν ότι 15 χρόνια γάμου δεν τιθάσευσαν το αγριοκόριτσο της ζωής του. 
Η Ρούλα και ο κ. Σωκράτης έχουν διαφορά ηλικίας 30 μόνο χρόνια. Ενωματάρχης στο χωριό της την πλάνεψε ή έτσι νόμιζε και την πήρε 15χρονη. Του διέφευγε πλήρως ότι η Ρούλα από τα 12 το ’χε κάνει τάμα να την “κοπανήσει” από το χωριό με οποιονδήποτε τρόπο, με δάσκαλο, μονιμά, χωροφύλακα ή μυλωνά, λεπτομέρεια. 
Γύρισαν τους νομούς της Θράκης και της Ανατολικής Μακεδονίας με κάμποσες μεταθέσεις που αντιστοιχούσαν επίσης σε λαμπρούς έρωτες της Ρούλας. 
Γρήγορα εξοικειώνονταν και ακόμη πιο γρήγορα έκανε δεσμούς. Η διαφορά με τον κύριο Σωκράτη στάθηκε ολέθρια για το γάμο τους. Αισθμαίνοντας πάντα την ακολουθούσε στα καπρίτσια και στα πείσματά της. Διαρκώς της χρωστούσε. 
Τον τελευταίο καιρό της χρωστούσε, έλεγε, αυτοκίνητο, καινούριο. Στα συνεργεία έτρεχε η Ρούλα μια και δυο και εκνευριζόταν. Εκνευριζόταν μέχρι το Σάββατο. 
Με το που μπήκε στο μαγαζί τον είδε. 
- Το αφεντικό λείπει. 
Καλέ τι παίδαρος! Τι πόδια και από μάτι σκίζει. 
- Το ονοματάκι σας. 
- Λάκης. 
- Καλέ τι Λάκης, Τριαντάφυλλος. 
- Τι θα ήθελε η μαντάμ; 
Την καλοκοίταξε και αφήνιασε ως άτι. 
Της Ρούλας ξεχείλιζαν όλα. 
Ζουμερή ως φρέσκο ροδάκινο, σκέφθηκε. 
Λίγο οι ζέστες, λίγο η μοναξιά. Του άρεσε και αυτή τον κάρφωνε με το μάτι. 
Πετάρισε το βλέφαρο και απάντησε λιγωμένα. 
- Το ψυγείο πάλι τρέχει. 
- Θα το δούμε. Όλα στο χέρι μας είναι. Τι την έχουμε την τέχνη. Θα περιμένουμε τον μάστορα; 
- Όχι. Μου κάνετε κι εσείς. 
Μωρέ μου παρακάνετε. 
Ο Λάκης έσκυψε πάνω στο ψυγείο και αυτή απολάμβανε πόδια και γλουτούς. 
Μεσολάβησαν μερικές άνευ λόγου επισκέψεις μέχρι που στην τελευταία, ο Λάκης απουσίαζε από το χώρο. Ταράχτηκε. 
Ο μάστορας της λέει,

- Κυρία Ρούλα θέλετε κάτι; Τρέχει τίποτα; 

- Ναι...όχι έχετε δουλειά, να πηγαίνω.

Που;

- Μια άλλη μέρα θα περάσω...- Όπως θέλετε κυρία Ρούλα. 

Η Ρούλα προχώρησε προς την άσφαλτο να πέσει ή να μη πέσει στις ρόδες των κινούμενων οχημάτων. Μαύρη απελπισία. 
Την πάτησες άγρια, μου φαίνεται, Ρούλα. 
Ψυχραιμία. 
Βυθισμένη στις σκέψεις είδε, ένοιωσε ένα κύμα αέρος και έναν όγκο στο πλάι της να σταματά μαζί με τον αέρα. 
Ο Λάκης πάνω στο άτι του. Τι άτι του δηλαδή, μια Africa Twin και αυτός αφρικανός με μαύρο σορτσάκι και μια λάβα να τυλίγει αναβάτη και μηχανή. 
Μετατράπηκε η Ρούλα εις λίθον. 
Να τον προσκυνήσει, να τον αγκαλιάσει, να τον μασουλήσει, τί; 
Φαίνεται το βλέμμα της ξεφεύγει της μετατροπής και παρέμεινε εκφραστικό, γιατί πως να δικαιολογήσει κανείς την όλη αβρότητα του Λάκη περί βόλτας. 
Άγνωστη η απάντηση.
Το σώμα της πήρε πρωτοβουλίες πάλι και εγκαταστάθηκε πίσω του. 
Η φούστα της παρανέβηκε, τα πόδια της αγκάλιασαν το κάθισμα και τα χέρια της τανάλια στη μέση του. Έγειρε το σώμα πάνω του στην αρχή από τον πόθο να γίνει ένα μαζί του και ύστερα από την ώθηση της εκκίνησης. Το στήθος της εμπόδιζε, δημιουργούσε κενό, με λίγο σπρώξιμο, ως στρείδι κόλλησε πάνω της. 
Ο θόρυβος της μηχανής, οι κραδασμοί της τάραξαν τα σωθικά της. Το αεράκι της έφερνε μυρωδιά από γκάζι, ιδρώτα, after-shave και αλμύρα. 
Το σώμα της εξαφανίσθηκε. Ο Λάκης, η μηχανή κι αυτή είχαν γίνει άνεμος. 
Ένας άνεμος ερωτιάρης, ένας άνεμος δυνατός, ένας άνεμος φλογισμένος, ένας άνεμος λυσσαλέος. 
Μια φλογισμένη υπερταχυνόμενη μάζα είχαν γίνει. Μια μάζα κινούμενη εκτός ορίων. Τα όρια είχαν καταργηθεί. Μια διάσταση υπήρχε η ευθεία - και μ’ αυτήν τείναν να ταυτισθούν. Η ταχύτητα τους και η ορμή τους, κατήργησε τους όγκους.
Το φως ένος απριλιάτικου ήλιου άστραψε στον καθρέπτη και εκεί ήταν που η Ρούλα τον αντάμωσε, τον είδε. Συνάντησε τη ματιά του. Γύρισε, την φίλησε. Πότε; Δεν κατάλαβε. Το είδε στον καθρέπτη; Ή όντως γύρισε και της χάρισε τα χείλη του σε ένα φιλί γρήγορο όπως ο άνεμος. 
- Φτάσαμε. Θα κατεβείτε; 

Και που να πάει; Αυτή είχε γίνει άλλη. Η κόρη του ανέμου. Δεν ήταν η Ρούλα. Η Ρούλα του πλαδαρού κυρίου Σωκράτη. Ήταν η Ρούλα του Αφρικάνου. Η Ρούλα μιας εμπειρίας 750 κυβικών και ενός 22 χρόνων αναβάτη με βυσσινί χείλια, χρυσόξανθες τρίχες, ελεύθερου και ατίθασου ως η “Βασίλισσά” 
του.

© 2012 Maria Toloudi-Sidiropoulou - Design by Kriton BVBA - Powered by Sandvox - Hosted by A2Hosting