web statistics

Η Λάσπη



Καθώς έβλεπε, στην οθόνη της τηλεόρασής της, το τεράστιο ζώο να κυλιέται στη λάσπη, ένιωσε ακόμη μία φορά την απέχθεια για την συγκεκριμένη υγρή μάζα. Τα χρόνια κύλησαν, τουλάχιστον 60, όμως στη θέα της βίωνε την απειλή της. 
Μίκραινε και αισθανόταν ανήμπορη μπροστά στην ματαίωση που σηματοδοτούσε. Ο σχολιαστής διευκρίνισε ότι το λασπόλουτρο είναι ευεργετικό για το ζώο, το προστατεύει. Όπως κάποια λασπόλουτρα κάποτε, είχε ακούσει, θεράπευαν ανθρώπους. Άνδρες, γυναίκες βουτηγμένοι στη λάσπη απολάμβαναν την επαφή μαζί της, παιχνίδιζαν όπως στο νερό και ευελπιστούσαν, όπως διέκρινε στα μάτια τους, τα μόνα ακάλυπτα από τη λάσπη, την ίαση του παθημένου σώματός τους. 
Η δική της λάσπη, μόνο το σπίτι της έσωσε. Καμία ίαση ψυχικού τραύματος δεν επέφερε. 
Παρέμεινε για χρόνια το αντιπαθητικό υλικό. Δεν έπλασε ούτε κουλουράκια με αυτήν, ούτε έχτισε καμαρούλες. 
Το μόνο που ήξερε ήταν ότι κάθε Κυριακή του χειμώνα κατέβαιναν από το σπίτι μέχρι τον Άγιο Ελευθέριο φορώντας τα παλιά παπούτσια και έχοντας στο χέρι τα καλά για να τα βάλουν λίγο πριν τον πρόναο, πριν εισέλθουν εντός του ναού για λειτουργία ή κοινωνία. Μια διαδικασία υπό τα κοροϊδευτικά βλέμματα των άλλων παιδιών και κυρίως των εξαδέλφων που έμεναν παραπλεύρως του ναού. 
Δεν μπορεί βεβαίως να ξεχάσει το ταξίδι στην Ορεστιάδα με το μεγάλο φορτηγό του θείου, που κατέληξε εις όλεθρον, όταν παρά τις οδηγίες να παραμείνουν εντός του οχήματος, οι δύο ξαδέλφες κατέβηκαν από το φορτηγό, προκειμένου όπως νόμιζαν να διασκεδάσουν και το πόδι της με το χειροποίητο καφέ παπούτσι, το πρώτο μη δετό, βυθίστηκε στη λάσπη μαζί με το πόδι ως το γόνατο και γρήγορα, ζηλεύοντας θαρρείς, ακολούθησε το άλλο. 
Το καφέ, μη δετό παπούτσι ποτέ δεν ευρέθη. Ίσως το έφερνε αργότερα κάποιος πρίγκιπας, αλλά και αυτός είχε χαθεί στη λάσπη των καιρών. 
Τραγικότερη θύμηση περί λάσπης η παραμονή των Χριστουγέννων των επτά χρόνων της. Μόλις την προηγούμενη χρονιά είχε ανακαλύψει την γοητεία του ασημόχαρτου των σιγαρέτων, όταν το λαμπερό χαρτί γινόταν το μαγικό ραβδάκι και μεταμόρφωνε καρύδια, αμύγδαλα και κουτάκια στα χέρια της νηπιαγωγού της. 
Ένα χρόνο μάζευε τα χαρτάκια και τύλιγε καρύδια, αμύγδαλα, έφτιαχνε γιρλάντες. Τα μανταρίνια θα τα άφηνε στο τέλος. Ένας ασημί θησαυρός κρυβόταν κάτω από το κρεβάτι της. Με τα μικρά της χεράκια τύλιγε, πίεζε, έφτιαχνε μεταμορφώσεις. Ζωντάνευε τα ασημόχαρτα απ’ όλους, χώρια τα θελήματα που πρόθυμα εκτελούσε για να αποσπάσει από θείους, φίλους, συγγενείς και πελάτες του φούρνου της γιαγιάς τα περιζήτητα χαρτάκια. 
Τα Χριστούγεννα πλησίαζαν και ήδη είχε λάβει υπόσχεση δένδρου από τον καραμαλή θείο. Αυτός κάθε μέρα ήταν στους δρόμους, ένα κλαδί θα της έφερνε. Τις υποσχέσεις του τις κρατούσε και έφερε κλαδί αγρίου κέδρου. Όσο το ύψος της. Το είχε βάλει μέσα σε ένα τενεκέ από λάδια φορτηγού, το στερέωσε με χώμα και το τοποθετήσαν στο μικρό καμαράκι κουζίνα, σαλόνι, δίπλα στη σόμπα στριμωγμένο και αυτό, όπως και όλοι τους. 
Μέρες το στόλιζε με τα έργα της. Έφτιαξε και χρυσά μανταρίνια, κάλυψε με μία άσπρη πλεκτή φανέλα το κουτί, έφτιαξε κεριά, τεμαχίζοντας τα της Ανάστασης και το καμάρωνε. Άφησε, επίσης, ένα πάνινο πακέτο δικής της κατασκευής, κάτι σαν τυλιγμένο μωρό, δίπλα με ασημί φωτοστέφανο στο πάνω μέρος, υπονοώντας το Θείο Βρέφος σε μια αυτοσχέδια φάτνη. Η χαρά της ήταν τόση που έχανε τα λόγια της, τρέχοντας γύριζε από το σχολείο, να προσθέσει κάτι, να αλλάξει θέση, να μαστορέψει. 
Τα φώτα θα τα άναβε ο μπαμπάς την παραμονή για να υποδεχτούν τον Χριστό και ίσως κάτι άφηναν κάτω από το δέντρο και οι άλλοι. 
Ακόμη και ο Απόστολος ο αδελφός της αν και αρκούδιζε δεν το πλησίαζε. Ίσως το φοβόταν, ίσως το θαύμαζε. 
Αυτή το θαύμαζε. Έσκυβε και σηκωνόταν, οι μακριές κοτσίδες πήγαιναν κι ερχόταν. Ως και τις κορδέλες της θυσίασε για την ομορφιά του δέντρου της, δεξιά και αριστερά δύο φιόγκοι άσπροι καμάρωναν. Καμάρωνε και αυτή. Ήθελε όλοι να το δουν. Τους καλούσε όλους και οι υποσχέσεις λέγαν «θα έρθουμε ανήμερα». 
Αυτό το ανήμερα αργούσε, αλλά πλησίαζε μέχρι που ήρθε η παραμονή. 
Μια βροχή ημερών είχε κάνει την αυλή βάλτο και τους δρόμους να μοιάζουν με οργωμένο χωράφι. 
Παρ’ όλα αυτά, επανέλαβε τη γνωστή ρουτίνα λίγο πριν νυχτώσει πήγε να φωνάξει τον πατέρα από το καφενείο. 
Τον περίμενε από το μεσημέρι. Τα κάλαντα τα είχε τραγουδήσει, η αγορά κόντευε να κλείσει, όταν γύρισαν σπίτι με τον Απόστολο στο καροτσάκι, αφού είχαν εξαντλήσει το «κάντε μια βόλτα και έρχομαι», αλλά δεν ήρθε, τα παράθυρα στη γειτονιά άρχισαν να φωτίζουν. 
Κάθε λίγο πήγαινε στην πόρτα να δει μήπως και έρχεται. Η εντολή ήταν ρητή, αυτός θα άναβε τα κεριά. 
Μέσα στο σκοτάδι, στην βροχή προσπαθούσε να αναγνωρίσει την φιγούρα του. Μια βουτούσε το βλέμμα στο σκοτάδι, μια το έστρεφε στο δέντρο. Ο αδελφός της είχε αποκοιμηθεί στον καναπέ, βυζαίνοντας το δάχτυλο. Η μάνα της πήγαινε και ερχόταν στην κατσαρόλα και μουρμούριζε ή έτσι της φαινόταν. Εκείνη έλεγε ότι έψελνε. Αυτή για μουρμούρα της έμοιαζε και έτσι παρέμεινε. Όταν άρχισε να κουράζεται έμενε περισσότερη ώρα στον καναπέ και λιγότερη στο παράθυρο μέχρι που τα μάτια της βάραιναν. 
Πριν την προσταγή «ώρα για ύπνο» πήρε την μεγάλη απόφαση. Το δέντρο που με τόσο κόπο και υπομονή έφτιαξε θα το φώτιζε με ή χωρίς αυτόν. 
Βουτάει τα σπίρτα δίπλα από την γκαζιέρα και επωφελούμενη την απουσία της μάνας της, στο άλλο δωμάτιο, υποτίθεται την κρεβατοκάμαρα, αρχίζει να ανάβει τα κεριά. 
Πρώτο κερί, δεύτερο, το τρίτο και μια λάμψη, ως θαύμα, τύλιξε το δέντρο που άρχισε να καίγεται και να τσιτσιρίζει καθώς είχε καταξεραθεί τόσες μέρες δίπλα στη σόμπα. Μαζί με αυτό άρχισε να τσιρίζει και αυτή. Ορμάει μέσα η μάνα της, βουτάει το δέντρο ουρλιάζοντάς της και ξεσπώντας πάνω της το παράπονο, την κούραση και την αναμονή του ασώτου, ανοίγει με το άλλο χέρι την πόρτα και πάρ’ το έργο τέχνης ξαπλωμένο μέσα στις λάσπες κάτω από την βροχή με τις φλόγες να υποχωρούν. Με δάκρυα στα μάτια, δάκρυα βουβά, το κοίταζε και το θρηνούσε μισοκαμμένο, λερωμένο, θλιβερό. Κάπου-κάπου ένα ασημένιο καρύδι της έστελνε μικρό λαμπύρισμα, σαν φιλί μες την νύχτα μη και σταματήσουν τα δάκρυά που έπεφταν βροχή. Αδυνατούσε. Έργο δύσκολο για καρύδια ακόμη κι αν έχουν ασημόχαρτο. 
Λάσπη, η λάσπη το έπνιξε και την ομορφιά του κατάστρεψε, αλλά το σπίτι το έσωσε. 
Εκείνη, έμεινε στην πόρτα φοβισμένη, παγιδευμένη στη φωνή της μάνας της, κοιτώντας το λασπωμένο δέντρο, ακυρωμένο, όπως και οι προσδοκίες της. 
Της έφταιγαν οι λάσπες.

© 2012 Maria Toloudi-Sidiropoulou - Design by Kriton BVBA - Powered by Sandvox - Hosted by A2Hosting