Η Φώτω ξύπνησε νωρίς, στάθηκε στο παράθυρο και κοίταξε πέρα, στα βουνά. Ο Μάιος είχε μπει για τα καλά, τα δένδρα φορούσαν το ανοιχτόχρωμα φύλλωμά τους, αυτό που επιτρέπει να είναι ορατά τα κλαδιά τους.
Ντύθηκε για την περίσταση. Πρώτα φόρεσε τα «σκφούνια». Πέρασε το πουκάμισό της. Έστρωσε το γιακά με τα «μπιντέμνια», φόρεσε τη μάλλινη φούστα πανω από το «μαλακόφι». Φόρεσε το γιλέκο με το χρυσό σιρίτι και πάνω από αυτό το φουστάνι – σήμερα διάλεξε το βελούδο. Έφτιαξε το «κρέπι» στο κεφάλι και φόρεσε την «μπόλκα».
Όπως της έπρεπε αυτής και του αντρός της. Ντύθηκε για να συναντήσει τον Αγά.
Η Φώτω πήρε τον Γιώργη άνδρα. Στεκόταν καλά κι έτσι έπρεπε να σταθεί δίπλα του. Ο γάμος τους έγινε με προξενιό από την αδελφή της νονάς της, την Καλλιόπη.
Το τυπικό των διατυπώσεων του γάμου τηρήθηκε όπως έπρεπε. Το «ζωνάρι της παρεξήγησης» δεν το άπλωσαν οι συγγενείς του γαμπρού και τα κλειδιά από τα σεντούκια της Φώτως ήταν μια αρμαθιά στα χέρια του γαμπρού, όπως και τα κανίσκια για τους καλεσμένους πολλά και πλούσια. Όχι ότι ήταν παρακατιανή, όμορφη δεν ήταν, αλλά είχε στητό παρουσιαστικό, το κυριότερο τέχνη κρατούσε από τη μαμάνα της. Ήταν μαμή. Τα μυστικά της γέννας και όλα τα βότανα γνώριζε. Ένα ένα τις τα ορμήνευσε η μαμάνα της, άλλα τ’αφηκε και γραμμένα. Γιατρικά για το κάθε πάθημα. Αυτός ήταν ο λόγος της επίσκεψης στον Αγά.
Από των Φώτων πάει κι έρχεται στο κονάκι. Σήμερα επίσημα θα του πει «Το έργο μου το έφερα εις πέρας. Ό,τι μπόρεσα έκανα». Πέντε μήνες πάει κι έρχεται κάθε μέρα.. Μόνη, της μήνυσε να πάει, η καρδιά της κόντεψε να σπάσει, το φως χάθηκε, η γη γύριζε
Λες να χωλιάστηκε από τους νιους που γύριζαν τα Φώτα;
Μήπως από τα «βρεξίματα»; Σαν νιόπαντρη είχε πάει κι αυτή με τον Γιώργη στα γλέντια. Μην του μαρτύρησαν τίποτα απ’ τις κουβέντες; Παλικάρια όλο λένε.
Μέχρι να φτάσει, την ψυχή της θα έχανε. Ο Γιώργης την άφησε έξω από την πόρτα του αυλόγυρου, μαντρότοιχου δηλαδή. Διέσχισε την πλακόστρωτη αυλή, άδεια από ανθρώπους. Απειλητική σιωπή. Όλα γκρι και μουντά, το κρύο πάγωνε μύτη, αυτιά και χέρια. Ούτε και η «πόλκα» της την προστάτευε. Σήκωνε κάθε λίγο το γούνινο γιακά, αλλά τι να σου κάνει. Οι γυναίκες ήταν για μέσα και τα ρούχα τους δεν έμοιαζαν να προστατεύουν έξω, στον ήλιο και στο κρύο.
Βαριά το καλοκαίρι. Πώς ίδρωνε στο πανηγύρι της Παναγιάς θυμάται, πώς κρυώνει τώρα σκέφτεται.
Ένα τραγούδι, κλάμα ακούστηκε που σου ξεσχίζει την καρδιά. Αναζήτησε την πηγή του σπαρακτικού τραγουδιού. Μέχρι να την εντοπίσει, άγριες φωνές και χτυπήματα το διέκοψαν.
Συνέχισε τον δρόμο της κι η καρδιά της το χτυποκάρδι. Τα πόδια της όλο και σκάλωναν. Τώρα έφτασε τις σκάλες, την πόρτα. Να χτυπήσει το ρόπτρο, να μην το χτυπήσει; Χτύπησε και γρήγορα ένας ευνούχος την έμπασε μέσα.
Πέρασαν ένα σκοτεινό χωλ, μπήκαν σε μια μεγάλη σάλα με χαλιά και λιγοστό φως. Μυρωδιά από μελισσοκέρι, τριαντάφυλλο και υγρασία της τρύπησε τη μύτη. Διέσχισαν τη σάλα, μαζί με τα βήματα άκουγε και τους χτύπους της καρδιάς της.
Ας ελπίσουμε ότι δεν τους ακούει ο συνοδός της, ούτε ο οικοδεσπότης.
Αυτόν τον συνάντησε με όλη του την μεγαλοπρέπεια και τα στολίδια του να κάθεται στο γραφείο του.
Από τότε που τα Σέρβια γίναν Σαντζάκιο, αυτός είχε μεγάλα δικαιώματα, αλλά κι έγνοιες.
Μόλις την είδε, σηκώθηκε, και χωρίς περιστροφές της μίλησε στη γλώσσα της.
«Αρρώστησε η γυναίκα μου» της είπε. «Πλήγιασε το κορμί και τα μαλλιά της πέφτουν. Έμαθα ότι είσαι γιάτρισσα.»
«Εγώ γιάτρισσα; Όχι, τα βότανα ξέρω και στις γέννες τρέχω. Τον άνθρωπο βοηθάω.»
«Να δούμε τι θα κάνεις με αυτήν. Ό,τι δεις κι ακούσεις πες ότι δεν έχεις μάτια κι αυτιά. Οδήγησέ την πίσω στα δώματα» διέταξε τον ευνούχο. «Στο εξής μαζί του θα συνεννοείσαι, ότι ζητήσεις στην διάθεσή σου. Από σένα μόνο καλά μαντάτα περιμένω.»
Χαιρέτησε κι έφυγε.
Όταν αντίκρισε την κυρά του με το ζόρι κράτησε τη φωνή της. Παρόλο τον πλούτο του οντά και της φορεσιάς της παρέμενε ένα πλάσμα για να στέκεται μακριά από τα μάτια του κόσμου. Ένα θλιμμένο χαμόγελο ήταν η μόνη ενθάρρυνση για τη συνεργασία τους.
Πέντε μήνες πήγε κι ήρθε.
Οι πληγές φύγαν, τα μαλλιά πήραν να βγαίνουν και το χαμόγελο έγινε πλατύ και χαρούμενο.
Κάθε πρωί και βράδυ η Φώτο διέσχιζε την πλακόστρωτη αυλή, κάθε πρωί και βράδυ το ίδιο μοιρολόι. Μια φορά πίσω εκεί στα μπουντρούμια, στις σιδεριές, τον είδε.
Μελαχρινό πρόσωπο με γένια μαύρα και σγουρά, μάτια μεγάλα μέσα σε μαύρους κύκλους, κολλημένος πάνω στα σίδερα. Τούφες-τούφες ξέφευγαν τα σγουρά του μαλλιά στο φως. Ατίθασα κι άγρια. Αυτά δεν είχαν υποκύψει.
Το αίμα ανέβηκε στο κεφάλι. Μυρωδιά καμένου ξύλου και στάβλου την κατέκλυσε.
Ήταν και πριν και δεν το πρόσεξε; Έκανε να πάει προς τα εκεί. Τα πόδια της είχαν κολλήσει. Ξανά οι αγριοφωνάρες κι αυτή επιτάχυνε το βήμα για το σπίτι.
Να φύγει. Την σκλαβιά την άφησε πίσω. Μπροστά της τι ήταν; Νόμιζε η λευτεριά. Οι χτύποι της καρδιάς άλλο της είπαν.
Ο Αγάς, τα τζαμπράζια τους, τα σίδερα, το παλικάρι, ο φόβος, το θλιμμένο τραγούδι, το όριο. Ποιος είναι μέσα στα σίδερα, έξω από τα σίδερα, ποιο ανεπαίσθητο παραπάτημα, ποια λοξάδα σε πάει πού;
Και η δική της αγωνία. Βότανα, βότανα, δοκιμές, ματζούνια και αλοιφές. Νύχτες στο υπόγειό της να φτιάχνει γιατρικά, να δοκιμάζει συνταγές, να ακολουθεί τα δράμια στη ζυγαριά. Η απειλή του αποτελέσματος να τη λιώνει. Τα μάτια της σαν του παλικαριού είχαν γίνει. Ο φόβος και η αγωνία την κύρτωσε. Το λάθος τον πήγε στα σίδερα. Το δικό της εκεί θα την πάει.
Κακοπερνεί με τον Γιώργη, είπαν. Μουρμούριζαν. Την κοιλιά της παρατηρούσαν. Καλά που το στεφάνι στο «μαλακόφι» κρατούσε τη φούστα φουσκωτή και έτσι λίγο κρυβόταν. Ποιος τους λογάριαζε;
Πόσο χρειαζόταν να πιάσει αντικριστό κελί με τον νιο;
Μαζί της κι ο Γιώργης αγωνιούσε και ταλαιπωριόταν.
«Κοίτα τη δουλειά σου. Κάτι θα γίνει.»
Η μάνα της στα εικονοστάσια ξημεροβραδιαζόταν.
«Ο Θεός μαζί σου, παιδί μου. Υπομονή.»
Τον Μάρτη φάνηκε η γιατρειά να δίνει σημάδι κι αυτή να αναθαρρεύει.
Όμως ο θρήνος; Πρωί και βράδυ της θύμιζε το μετέωρο της ζωής της, το ρηξικέλευθο του πειράματος, την αγριότητα του κατακτητή, το αβέβαιο μέλλον της. Ο νιος το μέλλον τραγουδούσε, μια των Σερβίων, μια το δικό του.
Τον Απρίλη, με το Πάσχα, αναστήθηκε κι αυτή. Η κυρά πήρε το απάνω της και για να την ευχαριστήσει για το Πάσχα, τη γιορτή των γκιαούρηδων, της χάρισε τόπι ύφασμα μεταξωτό από την Βενετιά.
Μαζί με την άνοιξη, άνοιξε κι η ψυχή της, φτερούγισαν οι ελπίδες, αλλά δεν πήγαιναν και πολύ μακριά, σκάλωναν στα κάγκελα του νιου και του νου.
Αντί για καλημέρα και καληνύχτα της έστελνε τη θλίψη του με όσους στίχους του επέτρεπαν οι φύλακες και δεσμώτες του.
Σήμερα όμως οι ελπίδες της φτερούγισαν και πέταξαν ψηλά στην Παναγιά, ήξερε ότι μήτε αυτή θα ακούσει ξανά το κλάμα της φωνής του, μήτε κι αυτός θα τραγουδήσει.
Μπήκε στη σάλα, όπως την πρώτη ημέρα. Τώρα είχε περισσότερο φως και το τριαντάφυλλο σκέπαζε το μελισσοκέρι.
Δίπλα στον Αγά, η κυρά λαμποκοπούσε, μάτια, στόμα, διάπλατα φωτισμένα.
«Κυρά Φώτω, ήρθε η ώρα της ανταμοιβής σου. Οι υπηρεσίες σου τελείωσαν και η χαρά ήρθε στον οντά μας. Άξιο το έργο σου. Στ’ άξιο έργο, άξια τιμή πρέπει. Κι εμείς θα σου την δώσουμε.»
«Τίποτα δεν θέλω, Αγά μου. Οι κόποι μου στην υπηρεσία του ανθρώπου θυσιάστηκαν. Έγιανε η κυρά. Η χαρά δική μου και της μαμάνας μου, η ψυχή της που αναπαύεται αγάλλεται με το θαύμα.»
«Κι η χαρά μας πρέπει να πάρει μορφή, αλλιώς χαμένη πάει.» «Λέγε», την πρόσταξε.
«Αν ήταν να ζητήσω, μήτε μάλαμα, μήτε ασήμι, μήτε πετράδι εγώ επιθυμώ. Μόνο τη λευτεριά του νιου στα σίδερα θέλω. Νιος είναι, μάνα κι αγάπη τον καρτερούν. Αν είναι να ’χω ανταμοιβή, αυτός σαν πουλί να πετάξει πέρα στα κάστρα. Ο θρήνος του σύντροφος και παρηγοριά ήταν στο δύσκολο έργο μου, μήνυμα να μην τα παρατήσω, και να, Αγά μου, τα καταφέραμε.»
Ο Αγάς κοκκίνισε, άσπρισε, κοίταξε την κυρά του, την Φώτω, κι είπε «Ας είναι. Χαλάλι σου, γιάτρισσα, και τους οχτρούς μου σήμερα σγχωρνάω.»
μπιντέμια – άσπρη δαντέλα κεντημένη με βελόνι και μεταξωτή κλωστή
μαλακόφι – φούστα χασιδένια
μαμάνα – η γιαγιά
σκφούνια – οι μάλλινες κάλτσες, άσπρες με λουλούδια
βρεξίματα – έθιμο για τους νεόνυμφους και αρραβωνιασμένους. Τους βρέχουν μέχρι να τάξουν τραπέζι
Σαντζάκιο (περιφέρεια): Το 1882 ιδρύεται στα Σέρβια από τους Τούρκους αυτόνομο Σαντζάκιο (περιφέρεια), στο οποίο υπαγόταν οι Καζάδες (Νομαρχίες) Ελασσόνας, Σερβίων, Κοζάνης – Καιλαρίων (Πτολεμαΐδας), Ανασελίτσης (Σιάτιστας), Γρεβενών, Κατερίνης και Δεσκάτης.